Saturday, November 23, 2019

"Κ'αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο για μένα"

σαν να μην έφτανε που τ'άρεσες τόσον
και τού 'δωσες να δει, ν'αγγίξει, ν'απολαύσει
έπρεπε κιόλας, πριν φύγεις, να του σκάσεις κι ένα φιλί
- ω ποιος ξέρει πόσο τ'ονειρεύτηκε -
έπρεπε κιόλας, πριν φύγεις, να αισθηματοποιηθείς
(τώρα για 'κείνον πλέον ρόλο κανένα δεν παίζει
που πήγες ξ...• αυτό που τον ενδιαφέρει
είναι να ξαναπάς• με τ'απελπισμένο χείλη,
τα κόκκινα γουρουνίσια τριαντάφυλλά σου και
να τον καρφώσεις σαν έλεος στον τοίχο, στο παράθυρο
και στο κερί της θολωμένης μαρμαρυγής)!

Thursday, November 21, 2019

καβαφίζοντας παραληρηματικώς

όταν τα γράφω πιο αργά
τα ποιήματά μου ξεφαντώνουν:
οι ταιριασμένες λέξεις χέρι-χέρι
προσπαθούν να με τρελάνουν:
"πιάσε μας αν μπορείς, πιάσε"
κι εγώ, σαν νάμουν του νοήματος μαστίγιο
χρόνο τους δίνω να εκδηλωθούν
στο χώρο να εξαπλωθούν σαν καινούργιες
φράσεις ίδιες κι απαράλλακτες με άλλες
κι ύστερα δίνω μια με το μαστίγιο
πάλιν απόψε ραπίζω της ραθυμίας μου το πρόσωπο

*

με όψεις διαφορετικές, με λέξεις
με ύφη και νοήματα, ρυθμούς και αρρυθμίες
να παίξω• μα δε γίνεται πάντα
και νά που καταλήγω πάλι
πιο πεζός κι από μυρμήγκι να γίνομαι

*

ας αναθαρρήσουμε: πιείτε ποτό κι ύστερα
πείτε μου ποιες λέξεις να μην επαναλαμβάνω
το "και" σίγουρα, που ευκολία τελευταίως
μού εγίνη, το "αλλά" και το "αφού"...
αλλά αφού και τα τρία τόσον χρήσιμα
πώς να μου τα ξεφορτωθώ;

*

είναι λύπη αυτό στην ψυχή μου;
ή μήπως έλλειψη αισθήσεως;
γιατί γράφω απόψε γιατί;
αφού απ'τον κόσμο των Ιδεών
καμία δε μου εμεταφέρθη• μόνος μου
κάθομαι και χολοσκώ, τις κόλλες βασανίζω
μόνον και μόνον για να ιδώ
μια μέρα το άγιο Τυπωθήτω!

Sunday, November 17, 2019

το φίδι

το φίδι οδηγείται στο γάλα και στο μήλο που αφέθηκαν στο κάτω δάσος. μην του ζητήσεις να σε κυκλώσει με λιγότερο μίσος, να πραΰνει τον πόθο, να ησυχάσει τον εμένα και τον εσένα. ζήτησέ του αν θες να σε φιλήσει: εκεί να δεις. Ιούδας επιδέξιος! πρέπει να παίξεις, να το φιλέψεις ψέμα κυρίως (φλόμωσέ το) κι ύστερα πες του κιόλας σ'αγαπώ (τονίζοντας καλά το άλφα και το πι)

το φίδι οδηγείται στο σκότος και στη φλόγα: μπαίνει εκεί μέσα έρποντας, σηκώνεται και βασιλεύει υπερήφανο. συρίζει και τρομάζει τον αιώνα: μην του ζητήσεις έλεος την ώρα που είναι δυνατό: θα σε δαγκώσει στο σβέρκο με τρόπο αντίθετο από το αίτημα: ζήτησέ του να σου δώσει αυτούσιο τον τρόμο και θα το πράξει. ο έρωτας δε χωράει εκεί, η αγάπη ίσως και η περιφρόνηση (θάρσησις δική μου)

το φίδι τρώει τα διαμάντια που του έδωσες. θα πρέπει να του τάξεις κι άλλα τόσα για να μην σου επιτεθεί: μαζί με τα βιολιά θορυβεί κατά του ογκώδους γαλαξία των κυμάτων ενός -και πάλι- δικού σου τριανταφύλλου. μην του ζητήσεις να σου επιστρέψει τα διαμάντια ή τη χάρη, θα σου ξεράσει δηλητήρια και πιθανότατα κομμάτια απ'τη σάρκα σου• πιθανή σάρκα, πιθανό αιμοβόρο το τέλος-τέλος μην του ζητήσεις

το φίδι τρώει τα οστά και μπαίνει στη θέση τους: πας να σταθείς κι αυτό γελά και πέφτεις: ασταθής. ζήτησέ του να σε συγχωρέσει και θα σε φάει, ζήτησέ του να σε δαγκώσει και το δάγκωμα είναι ήδη εκεί και το μάγουλο και το αίμαι εξού και το χαμένο μήλο εξού και το ξεχασμένο γάλα στο κάτω δάσος. ζήτησέ του• ένα φίδι είναι εξάλλου

το φίδι ζαλίζεται στη ζάχαρη και στην ομίχλη: αν του θολώσεις τα νερά μπορεί να νομίσει πως είσαι κι ο μαέστρος. θα χωθεί στη ζεστή χόβολη του ιμάμ μπαϊλντί, στο καφενείο θα σωπάσει κι επιτέλους, (σαν νάτανε δικό σου) νανουρισμένο στα ζεστά νερά που του ετοίμασες θα παραδοθεί: λιποθύμησέ το στην υπόσχεση, στο τουρκικό γλυκό άσε το εντρυφήσει τον ύπνο και πιάσ'του την ουρά σαν σε Έλληνα ημίθεου.

το φίδι ζαλίζεται στη χάρη και στο καθημερινό: ζήτησέ του ό,τι θέλεις είναι δικό σου. ούτε με μίσος, αλλά ούτε και με αγάπη φρόντισέ το. με προσοχή. ζήτησέ του να κουλουριαστεί και να κουρνιάσει εκεί στην απόμερη καρέκλα στην παλιά Λευκωσία. ζωντάνεψε ξανά η μέρα, τα φώτα βγήκαν η καμπάνα ξύπνησε κι ο κόσμος εκεί έξω είναι τόσο απίθανος! απόλαυσέ τον

Thursday, November 7, 2019

κοιμάσαι στο σύννεφο. υπάρχουν μέσα μου δύο ποταμοί. τουλάχιστον ο ένας απ'αυτούς προσφέρει στην άνοιξη τις ανισότητες του Μπερνούλλι! για κοίτα όμως που δε φτάνει για να καλύψουμε ούτε τις μισές μαργαρίτες του ψυχοτρόπου συννέφου που σε κουβαλά.


Tuesday, October 29, 2019

κάτω απ'το μπαλκόνι ή αντ'αυτού

- περιμένω, μήνυμα να στείλεις
θέλω να σε φιλήσω
- σήμερα  κάτω στην αυλή
- που προσπαθούσες να ξεκλειδώσεις
- τα ποδήλατα
- πόσο ευχόμουν να μη μπορούσες
- στη βροχή
- ώσπου σε κάποια φάση
- κι απ'την τόση προσμονή
- θα με φιλούσες
- στη βροχή
- σήμερα κάτω στην αυλή
- αντ'αυτού μ'αγκάλιασες
- μήνυμα περιμένω, να μου στείλεις
- θέλω να σε φιλήσω

Monday, October 21, 2019

απόσπασμα

Θα μπορούσαμε να φιληθούμε τόσο άνετα που τα χείλια μας θα γινόντουσαν μαξιλάρια να υποδεχτούν το φωβισμό του όλου σκηνικού!

Friday, October 4, 2019

απόσπασμα βελπωνύλ

γιατί συνάντησα...γιατί συναντήθηκα• και δεν ήταν συνάντησις τυφώνων, ούτε πυροτεχνήθηκαν εντυπωσιάσματα και φρεγάτες ερώτων δεν παλινδρόμησαν ποτέ τα νησιά του Αιγαίου (ίσως μονάχα δυο εξαιρέσεις της Μεσογείου)• ήταν συνάντησις τυχαία! αυτό ήταν, γι'αυτό ταίριαξε, γι'αυτό δούλεψε μες στη στασιμότητα του χάους, γι'αυτό αγαπήθηκε μες στην κούραση και την απογοήτευση...

Sunday, September 29, 2019

Αναποφάσιστη η διάκριση

Μες στο μάρμαρο διασκεδάζει
αυτό το αγαλμάτινο άλογο
(ή νάναι σκύλος; σαν να μου φαίνεται
αναποφάσιστη διάκριση• ίσως νάν' κι
ο καλλιτέχνης)
εν πάσει περιπτώσει δεσπόζει.

Γιατί είν'ακίνητος κι ωστόσο χοροπηδάει
γιατί είναι μάρμαρο και τρέμει
σαν νάταν φίλος ή ανάσα ή Κωνσταντίνος...
κι εγώ που ήθελα κι ήθελα
σαν να μην ήξερα
(κι εδώ αναποφάσιστη η διάκριση•
άλλο λίγο κι η γραφή)
καθώς πουλιά κελαηδούν το μουσείο
το απόγευμα ζωντανεύει ως φως που
ρέει στον παραδίπλα
το ποτάμι ροκανίζει τους χαρακτήρες
της πόλης κι η πόλη - ώ η ίδια η πόλη -
βάζει στα μουσεία της τα ζωντανά άλογα,
τους σκύλους και τ'αναποφάσιστά της

Thursday, September 26, 2019

κρατώ στο χέρι ένα κέρμα
είμαι παντοδύναμος σκέφτομαι
το ρίχνω στο ποτάμι κι ανθίζουν:
ένας κήπος, δυο χιλιόμετρα και το φεγγάρι:
τα παίρνω όλα τα δαμάζω
τα δοκιμάζω (στον καφέ μου)
μα εσύ δε διαφαίνεσαι πουθενά;
παραλογίζομαι παραλογίζομαι σ'αγαπώ;
στο φεγγάρι στον κήπο στα χιλιόμετρα
στο πάνορμο που σ'αγαπώ και σ'αγαπώ...

Ένα ήσυχο ποίημα

- Να σας γράψω ένα ποίημα κύριε;
- Όχι, να μ'αφήσεις ήσυχο!
- Να σας γράψω ένα ήσυχο ποίημα τότε;
- Όχι, σου είπα να με αφήσεις ήσυχο.

Saturday, September 14, 2019

Το νησί

"Στο Πήλιο μέσα στις καταστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου"

Κατά πως φαίνεται στα νησιά αλλάζουν οι ανθρώποι...
κάποιοι κρατούν τα σκήπτρα του νησιώτη
και κάποιοι παλεύουν με τ'αξεπέραστο
είναι η θάλασσα εκεί να τους παρηγορεί.
Είναι όμως μερικοί, που παρ'όλη τη μετάνοια του γαλάζιου
και για όσο ήλιο χρειαστεί, βρίσκουν το θάρρος και τους τρόπους
να μεταχειρίζονται αλλιώς τη θαλασσινή τους ταυτότητα:
είναι αυτοί που κουβαλούν τη θάλασσα στο καππέλλο τους
ή στην τσέπη ή ακόμα στο μικρό σταυρουδάκι που τους έδωσε
η μάνα τους. Κι όσο κοιτάζουν μπροστά τόσο πέλαγος κοιτάνε.
Κι όσο αγωνίζονται (στα κρυφά νερά και στις βάτους)
τόσο υποφέρουν. Κρατάνε όμως μέσα τους, φυλαχτό και ειρήνη
τη θάλασσα, τον ήλιο, το νησί! Και κοιτάνει ευθεία
τον καταποντισμό του άνδρα και της γυναίκας
του νησιώτη, του ελεύθερου και του δαμασθέντος.
Κάποιοι παλεύουν με το αξεπέραστο και νικάνε
άλλοι γίνονται πεπερασμένοι και φλέγονται!
Ενίοτε στο γαλάζιο, κάποτε στη θάλασσα
μα πάντα στο νησί.

Thursday, September 12, 2019

Στην αγορά

κάτω στην αγορά, στην κατηφόρα
τις Τετάρτες στήνονται κάτι Ρωσίδες
πουλούν νομίζω κάτι ρωσικά τυριά
αυτό που με τρομάζει ωστόσο
είναι ο τυπάς στο πίσω παγκάκι
που βάζει κλασική μουσική χαρωπά
μα οι γριές δεν ακούνε τ'αυτοκίνητα
που ξυστά περνάνε από την τέντα τους
έτσι την τελευταία Τετάρτη που πέρασα
είδα νεκρή τη γριά Ρωσίδα τη βαρήκοη
αυτή που δεν άκουγε ούτε τον Αλμπινόνη
ούτε την κόρνα ούτε τον χάρο

η λευκή πηγή

ακολούθησέ με ψάχνω στη λευκή πηγή
ως τα χαμένα ελάφια στο δάσος να βρω
τη συνάντηση των εποχών και το ρεύμα
στο λιγοστό φως που απομένει εναποθέτω
τις ελπίδες μου για συντροφιά: μετά
η νύχτα και το αιώνιο, βαθυγάλαζο πέλαγος
το κρυφό αδάγιο ενός αλβινώνη που κλαίει
οι ρωγμές, ο φόβος, πολλά κακά πολλά
κάτι γέλια που αντηχούν υπόκωφα στους ίσκιους
δες δε μας μένει πολύς χρόνος σε ξορκίζω
ακολούθησέ με τα γιγάντια πλοκάμια των δέντρων
τα πουλιά που τρομάζουν και φεύγουν οι φωνές
που απαντούν στην καμία ερώτηση ξέχνα το
δεν προλαβαίνουμε - το απόγευμα δεν είναι φίλος -
κι εσύ, ω εσύ τελευταίε που εμφανίζεσαι
πλησίον της επιμελούς πηγής των πλέον ουρλιαχτών
για όσους δεν προλάβαμε, για όσους περιμέναμε
πιο πολύ απ'όσο έπρεπε τον δονάτη και τη μύρια
συγχώρεσέ με ία που προλαβαίνω να το πω αυτό
πριν με καταβροχθίσει το δάσος μα σ'αγάπησα πολύ
- κι ίσως μάλλον πιο πολύ απ'όσο περίμενα - κι έπρεπε...
αν στο χάραμα της μέρας ακούσεις θρήνους ή αεράκι
με πήραν τα αράβια και τα πηχτά σκοτάδια του έλους
του τέλους και της μαραμένης λευκής πηγής που σε περίμενα...