Friday, July 25, 2014

Ρέμπραντ μονέ καντίνσκι ντ.χ.λώρενς

Έβαλες στην διαπασών την καλλυντική ομορφιά σου
και κατέβηκες από θρόνο υψιπετήεν που σου παρείχε
κύρος ευκατάστατον, εύπεπτον και γλοιώδες.
Καβαλίκεψες μολαταύτα σύννεφο περιπατιτικόν
το ξόδεψες σε χρυσόσκονες και χλόες ψεύτικες
ενός τρελού ανθυπομειδιάματός σου. Εύγε!
Αντιπαρέρχεσαι κάθε συκοφαντία ενάντια σου
λουλουδάτη εσύ φονεύεις ό,τι υπονοείται
μες στην αγχίνοια των πραγμάτων ψαχουλεύοντας.
Εξαίσιά μου εσύ παράνοια φευγάτη εκφορητική
από έννοιες πιο διάτρητη κι από παράνοιες
διατρητότερη. Διατρητότατή μου εσύ.
Στα χόρτα αντιφεγγίζεις και στις πέτρες και στο χώμα
στη γη επενδύεις κι επενδύεσαι
στο νερό υποθάλπεις και υποθάλπεσαι
στον αέρα βάλλεις και βάλλεσαι
στη φωτιά υπάρχεις.
Επειδή ο κόσμος βρίσκεται κοντά ετοιμάσου.
Πριν από το τέλος ας ανταλλάξουμε όσες
λέξεις μπορούμε.


Δ.Κ

Sunday, July 6, 2014

Ολόγραμμα

Σε ξαναείδα μετά από τόσο καιρό.
Δεν ένιωσα σχεδόν καμία ταραχή
αν και σε αναγνώρισα αμέσως.
Έφερε πάλι η μνήμη παλιά λουλούδια
μαραμένα και κελύφη ανοιχτά -σπασμένα.
Ενεθυμήθηκα ακόμα χάδια τρυφερά ανύπαρκτα
ποθώντας να σ' αγγίξω δάκρυα στεγνά.
Βάρκες μπαλωμένες ταξίδεψαν πάνω στη βαθιά λύπη
κι ήρθαν πάλι πίσω από τα κρυφά της λήθης αυλάκια.
Ανεγκέφαλοι ερωτύλοι ατιθάσευτα φιλιά που δε δοθήκαν
κι ένα κέρμα στο πάνω χείλος μια χούφτα μάτια
φωταψίες αναμεσίς στις ψευδαισθήσεις που υπνώτιζα
για να σε βλέπω. Σε είδα όπως ήσουν
γλυπτό ή μάρμαρο κρίμα ή έλεος στην καρδιά
φωτιά λάβα ή μάγμα ηδονή και τρύπες φυγής
αγκάθια που έκαιαν τα δάκτυλα δρυοκολάπτες
που κτυπούσαν ανηλεώς το κεφάλι μου να σπάσεις.
Σε ξαναείδα μετά από τόσο καιρό
και αν και σε αναγνώρισα αμέσως και θυμήθηκα με πόσο
πόθο σε καλλιέργησα εντός μου
δεν εταράχθηκα ουδόλως.
Θα πεις δεν ήσουν σάρκα
ήσουν μονάχα μια φωτογραφία.



δ.κ

Friday, July 4, 2014

Καλαμάκι

Πιες με σε ένα ποτήρι νερό, είπες
Δε μπορώ, είπα
Γιατί; είπες
Θέλω καλαμάκι, είπα
Έλα, είπες
Πάλι δε μπορώ, είπα
Γιατί; είπες
Δε χωράς, είπα
Χωρώ, είπες
Καλά, είπα

σε φίλησα
με φίλησες

Σ' αγαπώ, είπες
Μπορεί, είπα
Εσύ; είπες
Σ΄ αγαπώ, είπα
Καλά, είπες
Μπορεί, είπα
Μάλλον όχι, είπες
Μάλλον ναι, είπα
Πιες με σε ένα ποτήρι νερό, είπες
Καλά, είπα, φέρ' το καλαμάκι
Δε χωρώ, είπες
Δε χωράς, είπα
Μ' αγαπάς, είπες
Σ' αγαπώ; είπα
Ναί, είπες
Ναί, είπα.


Δ.Κ

Saturday, June 28, 2014

Διείσδυση

Τα πιο πολλά τα πιο ωραία
τα 'δες απ' την κλειδαρότρυπα -λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν
να περπατάς ξυπόλυτος
μη σ' ακούσουν.

Γιάννης Ρίτσος

Monday, June 23, 2014

Σε λίγο θα έφερνε και τον λογαριασμό.
Δεν υπήρχε λόγος να βιαζόμαστε αλλά εγώ
αισθανόμουν την ανάγκη να φύγουμε. Πριν
από λίγο ο σερβιτόρος μας ζήτησε να αναχωρήσουμε
γιατί λέει μείναμε ώρα εκεί να παίζουμε χαρτιά
και δεν υπήρχε τόπος για να καθήσουν άλλοι.
Όμως εμείς είχαμε παραγγείλει και είχαμε φάει.
Γιατί κύριέ μου να φύγουμε, ήταν δικαίωμά μας.
Όχι δεν το σκέφτηκα, καλύτερα που φύγαμε
γιατί είχα κρυώσει κάτω από το κλιματιστικό.
Έξω έκανε αφόρητη ζέστη η μοναξιά
αλλά ευτυχώς είχα ακόμα τρεις φίλους
για να τους ανάψω σαν τσιγάρο.
Διάρκεια: δέκα λεπτά η ψυχή.
Μη λέω βλακείες ποτέ μου δεν συμπάθησα
τη συντροφιά που κάνω στους άλλους
ίσως επειδή υπάρχει πάντα αυτό το
κάτι άλλο. (Πολύ διαφορετικό
από το εγώ εσύ αυτός).
Εν πάσει περιπτώσει οι διαφορές μας ήταν μεγάλες.
Οι τρεις μεν είμασταν άντρες - σχεδόν αγόρια -
η τέταρτη ήταν κάτι μεταξύ γυναίκας, κόρης, ημίθεας
και αιθέριου ύμνου. Ομολογουμένως δεν ήτανε πανέμορφη
αλλά τα πυρόξανθα χείλη της θα σκαμπανέβαζαν αισθαντικά
τα ιδικά μου. Χείλη με χείλη διαφέρουν.
Οι φίλοι δεν ήσαν αδιάφοροι. Ο ένας ήταν όμορφο παιδί,
μικρότερος από μένα, γόης, τα μαλλιά του κι ο σωματότυπός του
νομίζω τον κάνουν ξεχωριστό.
Ο άλλος ήταν ήσυχος. Προσπάθησα να του μιλήσω δυό τρείς φορές
αλλά περνούσαν κάτι μαλακισμένα σκυλιά όποτε πήγαινα να του μιλήσω
γάβγιζαν μες στα αυτιά μου τόσο δυνατά που προτιμούσα να μην του μιλώ.
Κακώς. Περνούσαμε ωραία έφυγα πρώτος όμως. Ώς συνήθως.
Οι καλοί φεύγουν πρώτοι, εγώ δεν ήμουν ούτε κακός
ούτε πρώτος. Τη νύχτα παίξαμε πάλι χαρτιά, αλκοόλ και τσιγάρο
ήταν στο ράφι της άλλης πόρτας. Δεν υπήρχαν θέλω να πω.
Δεν θα είδατε βέβαια πολλές μπαλκονόπορτες με φτερά και συναισθήματα.
Ούτε κι εγώ. Τώρα θα αναρρωτιέστε τι σας λέω ή τι δεν σας λέω.
Προσπαθώ να ξεδιαλύνω κι εγώ την σκέψη σας, δόστε μου λίγο Κρόνο.
Δεν είμαι μεγάλος, όχι δεν είμαι. Απλά προσπαθώ να αποφεύγω τις ομοιότητες.
Γι' αυτό ήμουν από πάντα τόσο διαφορετικός. Σχεδόν ασυνείδητος.
Λοιπόν, αν θυμάμαι λάθος είχαμε νικήσει. Οπόταν αν θυμάμαι σωστά είχαμε χάσει.
Εγώ ήξερα καλά το παιχνίδι, παιζόταν τότε θυμάμαι με τριαντά δύο χαρτιά
τώρα το παίζουν μόνο με άστρα, το ελάχιστο δέκα χιλιάδες. (Μιλάω για τους μεθύστακες
και τους απεγνωσμένους -εγώ δεν είμαι τίποτα από τα τρία).
Χάσαμε γιατί η φίλη ήταν ολίγον άσχετη. Ήξερε τα βασικά. Δεν θα τις μάθω τίποτα
γιατί βαριέμαι. Μετά αν με νικήσει θα εκνευριστεί το παράδοξο. Η γάτα, α ναί η γάτα.
Πέθανε. Χθες. Στον κήπο. Όχι απλά στον κήπο έτσι σκέτα. Στον διπλανό κήπο. Εκεί
όπου κρέμονται νεκρά κορμιά πεταλούδων και κάποτε σουλατσάρουν και επικίνδυνα
μικροβακτήρια έχθρας. Όχι μεγάλης, ίσα να μας πληγώνει όλους.
Δεν εχθρεύομαι το κόκκινο, απλά δεν μου αρέσει να επεμβαίνει.
Ξεκινήσαμε για το λεωφορείο, εγώ πήγα στη διάβαση οι άλλοι στη στάση.
Είδα τρείς τέσσερεις γνωστούς και καμιά σαρανταπενταριά άγνωστους.
Τελικά η ηλικία του ανθρώπου δεν προσδιορίζεται από τα χρόνια που έζησε
αλλά από τον αριθμό των αγνώστων που δεν συναντά κάθε μέρα.
Κάθε μέρα. Το Καμερούν ήταν μακριά, κι ακόμα είναι αφού ούτε σεισμός έχει γίνει
ούτε αλλάξαμε χώρα. Το Καμερούν είναι πάντα μακριά. Έστω κι αν τώρα
παίζει ποδόσφαιρο στην Βραζιλία, μέ τη Βραζιλία. Λοιπόν τέσσερεις φίλοι
να παίζουν χαρτιά, στην πρωτεύουσα, στην οδό Λήδρας η ώρα δύο το μεσημἐρι
και να γίνονται και ποίημα. Βλακώδες μακροσκελές ποίημα. ΠΟΙΗΜΑ. Πεθαίνω.
Ο Νεϋμάρ είναι μεγάλος παίκτης, έστω κι αν τον σκουντήσαν να παίσει χάμω. ΧΑΜΩ.
Σκόραρε. Οι άλλοι δεν ήρθαν μετά στην προπόνηση με τους γρίλους. Μόνος μου
σφύριζα δέκα ώρες της θάλασσας πού είναι τα καράβια. Χάθηκαν λέει
μια άσχημη κορακίσια φωνή. Όχι δεν είναι ηφαίστειο, στην Κύπρο δεν υπάρχουν ηφαίστεια.
ΟΧΙ. Σας λέω δεν υπάρχουν φυλακές ικανές να με αγαπήσουν. Να με φυλακίσουν.
Θα ήθελα πολύ να φυλακιστώ, είμαι πολύ ελεύθερος να σκέφτομαι
και δε μ' αρέσει, πονάω πολύ. ΠΟΛΥ.
Δεν θα ξαναμιλήσω απόψε. Καληνύχτα.

Κάθομαι και κάθομαι

Κάθομαι και κάθομαι
μα κάθομαι σαν να μην κάθομαι.
Αν βαριέμαι λίγο σ' αγαπώ
αν πεθαίνω από λύπη
σ' αναζητώ απεγνωσμένα γιατί
δεν έχω πού να κρυφτώ αληθινά.
Στο κλάμα και στο δάκρυ στέγνωσαν
οι προηγούμενες μέρες.
Τώρα ή που δεν υπάρχουν άλλες
ή που στέρεψε η ρευστότητα.
Οπωσδήποτε πάντως ο ρουμπινστάιν
ήξερε να παίζει πολύ καλό πιάνο.
Ενώ εγώ προσπαθώ ακόμα να μάθω
απλά κομμάτια...
να γίνω.
Κάθομαι και κάθομαι σαν να
μην υπάρχω, γιατί
είτε υπάρχω είτε δεν υπάρχω
πάλι θα κάθομαι.
Κάθομαι και κάθομαι
κι αν δεν κάθομαι πάλι θα κάθομαι
γιατί λυπάμαι και βαριέμαι
και κλαίω και πεθαίνω και αγαπώ και δεν έχω και αναζητώ και ψάχνω και
θέλω και ζητώ
και ελπίζω και απελπίζω
και απελπίζομαι και δημιουργώ και νοιάζομαι
και προσέχω και υποχρεώνω και υποψιάζομαι
και βλέπω και νιώθω και αισθάνομαι
και γράφω και
σκέφτομαι και παίζω και μιλώ και γελώ
και αγαπώ και αγαπώ και αγαπώ.
Κάθομαι και κάθομαι
σαν να μην κάθομαι
γιατί εσύ πού βρίσκεσαι
δεν ξέρει να πει ούτε η πυθία.


Δ.Κ

Saturday, June 7, 2014

Σχέση μονόλεπτη

Θέλω να μου υποσχεθείς
πως θα θυσίαζες δυό
μονόλεπτα χείλη
αν σου χάριζα

ό,τι ποθούσες.


Wednesday, May 28, 2014

Κατάρρευση

δοκίμασα
όμορφες να μεγαλώσω λέξεις μέσα μου
όμοιες με του πηγαίου την επιδερμίδα
και δεν μπορώ να πω πως απέτυχα
μα είναι που ήρθε του αναλογισμού
η ώρα κι είναι τόσο λίγες
για αναμέτρηση


δ.κ

Monday, April 21, 2014

Όμορφη λιτανεία ματιών

Μια όμορφη λιτανεία των ματιών σου
που ακολούθησα σήμερα
μ' έβγαλε έξω απ' το συμπέρασμα πως
είσαι από νούφαρα φτιαγμένη.

Προσπάθησα όσο μπορούσα
ευθυτενής να κόψω το κοτσάνι της εντύπωσής μου
μα ήταν φαίνεται κι αυτό καμωμένο
από ατσάλινης κατασκευής λουλούδι.

Κι έμεινα έτσι με τό 'να κουκούτσι
του παράξενου στο στόμα
και τ' άλλο

πού θα πάει θα το βρω
και θα το αγκιστρώσω τότε
καλά στην πλώρη των χειλιών σου.


Δ.Κ

Sunday, March 2, 2014

Καλωσόρισμα

Καθώς σπάζουν οι τοκετοί της μέρας
και βγαίνουν από τη μήτρα του καινούργιου
το φως και η ζωντάνια
μέσα απ΄τα υγρά των ωδίνων
κυοφορείται της Ηούς η ανθοφορία
καθώς κολυμπάει η ανάμνηση του χθες
στον ομφαλό του σήμερα
και με καρδιοκτύπι τρέφεται
καθώς ακόμη βογγάει ο πόθος για σύσπαση
μυικών ορών
και την ίδια ώρα με τα σωληνάρια
και τ' αποστειρωμένα αιμοφόρα βραβεία
καθώς ξεπροβάλλει το γιγαντιαίο αναβράζον δισκίο
στο ποτήρι τ' ουρανού
και βγαίνουν από μέσα οι αχτίδες σαν αχτίδες
εκείνη λοιπόν τη στιγμή
εγώ κοιμάμαι.


Δ.Κ

Στην ξαπλώστρα του μαγεμένου ύπνου

Ωραία γυμνή πράσινη σαν ρίζα
στην παραλία άκουσες πως μιλούν για κύματα
και στάθηκες κει πέρα
ν'αρπάξεις το πρώτο τους γράμμα.

Το κορμί το λαξεμένο σαν την πέτρα του έρωτα
σαλεύει μες στην άμορφη άμμο
κι εγώ, ω εγώ ο ανόητος, πλασμένη από νούφαρα,
ήρθα και ξάπλωσα τον ίσκιο μου από πάνω σου.

Μαλλιά του ύπνου έχεις, και νύχια και γλώσσα
φτιαγμένα από το μάγμα της ηδονής.
Και χείλια πιο καυτά κι από την θερμάστρα του ήλιου

- τα πόδια σου σαν άνοιξη υπόσχονται
την κίνηση, την ενέργεια, τη δύναμη
κι οι εραστές του γιαλού μας περιμένουν ωραίους.

(σντ46πν)
Δ.Κ

Saturday, March 1, 2014

Σονέττο τριάντα οκτώ

Ο καταρράκτης της πόλης τάζει λιοντάρια
στους κάτοικούς της. Στους δρόμους
επιπλέουν σκουλήκια οι τρίλιες των δέντρων
οι λάκκοι αφρίζουν σαν το πιάνο του μεσημεριού.

Εκεί έξω στην θύελλα των εαρινών κοριτσιών
οι φούστες, τα πιατικά, οι εωθινές αφέλειες
σαν τις εφηλίδες των εφήβων σπηριάζουν
στο πρόσωπο, στα δόντια, στις μύτες των ποδιών.

Ο εχίνος, η έχιδνα, ο εωσφόρος κι ο έωλος
όλα αρχίζουν από έψιλον. Ως το κόκκινο
του λυκαυγούς ή της αμφιλύκης το ροζ

ως το πράσινο των μπαγιάτικων χειμώνων
και το ξανθό της φρίκης των σταχυών
ως τη φυλλωσιά της ευτυχίας υπάρχουμε.


Δ.Κ

Sunday, February 23, 2014

Ωραιοζήλη

Πέταξες ένα ωραίο ηλιοτρόπιο
υπεκφυγής κι εξαφανίστηκες.
Ανθόσπαρτο κοχύλι στην ράχη γοργόνας
έξαλλος ο ήλιος υποπτευόταν το φεγγάρι
για δολοπλοκίες φωτός.
Αντιφεγγίσματα Κυκλώπων και απόμακρων
Αιγαίων. Στην άγκυρα του βυθού γκαστρώθηκαν
οι φυσαλίδες ωκεανούς. Ως την επιφάνεια
ακομα συζητάνε τον ήλιο, ως το ακροτήρι
της υπόσχεσης για ιπτάμενους υδρατμούς αιθέρες.
Πράσινα φύκια αποτυπωμάτων φέρανε οι γοργόνες
και κάτω από την ήπια αφή, κάτω από το
άδοξο, αλίμονο, τέλος της εξάτμισης
κειτόταν ο ήλιος.


Δ.Κ